Γενετική προδιάθεση για Καρκίνο Ενδομητρίου
Το σύνδρομο Lynch είναι μία κληρονομική νόσος που αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου και άλλων μορφών καρκίνου πριν την ηλικία των 50 ετών. Το σύνδρομο είναι γνωστό και ως κληρονομικός μη-πολυποδισιακός καρκίνος του παχέος εντέρου (HNPCC).
Ως γενετικό νόσημα, το σύνδρομο Lynch εμφανίζεται σε ασθενείς που έχουν κληρονομήσει ένα παθολογικό γονίδιο. Τα γονίδια που συνδέονται συχνότερα με το σύνδρομο Lynch περιλαμβάνουν τα MLH1, MSH2, MSH6, PMS2 και EPCAM. Τα γονίδια αυτά βοηθούν στην επιδιόρθωση των σφαλμάτων που συμβαίνουν στο DNA κατά τη διαίρεση του κυττάρου.
Mε ποιους καρκίνους σχετίζεται το σύνδρομο Lynch;
Το σύνδρομο Lynch ενοχοποιείται για το 3-5% του συνόλου των περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου. Οι ασθενείς με το σύνδρομο κινδυνεύουν από τις παρακάτω μορφές καρκίνου στη διάρκεια της ζωής τους:
-
Του παχέος εντέρου: 52-82%
-
Του ενδομητρίου: 25-60%
-
Του στομάχου: 6-13%
-
Των ωοθηκών: 4-12%
Το σύνδρομο Lynch αυξάνει επίσης την πιθανότητα εμφάνισης των παρακάτω μορφών καρκίνου:
-
Του ήπατος
-
Των νεφρών
-
Του εγκεφάλου
-
Του δέρματος
-
Της χοληδόχου κύστεως
-
Του λεπτού εντέρου
-
Του ουροποιητικού σωλήνα
Πώς κληρονομείται το σύνδρομο Lynch;
Οι παθογόνες μεταλλάξεις στα γονίδια αυτά κληρονομούνται με τον αυτοσωματικό επικρατούντα χαρακτήρα. Δηλαδή, εάν ο ένας από τους δύο γονείς φέρει αυτήν την αλλαγή, ο απόγονος έχει 50% πιθανότητα να την κληρονομήσει. Η μετάλλαξη αυτή μπορεί να κληρονομηθεί είτε από τον πατέρα ή από την μητέρα.
Ποιες γυναίκες πρέπει να υποβληθούν σε γενετικό έλεγχο για σύνδρομο Lynch;
Η γενετική συμβουλευτική και ο αντίστοιχος έλεγχος και η γενετική συμβουλευτική συνιστώνται στις γυναίκες που τηρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
-
Συγγενής α’ βαθμού με καρκίνο παχέος εντέρου ή ενδομητρίου που είτε διαγνώστηκε πριν την ηλικία των 60 ετών, ή είναι αυξημένου κινδύνου για σύνδρομο Lynch με βάση το ιστορικό του
-
Συγγενή α’ ή β’ βαθμού που διαγνώστηκε με σύνδρομο Lynch
Πώς πρέπει να ελέγχονται οι γυναίκες με σύνδρομο Lynch στα πλαίσια της πρόληψης του καρκίνου του ενδομητρίου και των ωοθηκών;
Ο έλεγχος περιλαμβάνει υπερηχογραφικό έλεγχο έσω γεννητικών οργάνων, σε συνδυασμό με μέτρηση του CA-125 στο αίμα κάθε 6-12 μήνες, και βιοψία ενδομητρίου κάθε 1-2 χρόνια. Ο παραπάνω έλεγχος, συνήθως, ξεκινά στην ηλικία των 30-35 ετών ή 3-5 χρόνια νωρίτερα από τη μικρότερη ηλικία συγγενούς που εμφάνισε κακοήθεια.
Ποια είναι η προφυλακτική θεραπεία των γυναικών με σύνδρομο Lynch και πότε πρέπει να γίνεται;
Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος πρόληψης του καρκίνου του ενδομητρίου και των ωοθηκών σε γυναίκες με σύνδρομο Lynch είναι η λαπαροσκοπική ολική υστερεκτομή μετά των εξαρτημάτων (αφαίρεση των ωοθηκών και των σαλπίγγων). Η επέμβαση πρέπει να πραγματοποιείται όταν έχει ολοκληρωθεί ο οικογενειακός προγραμματισμός, ή, το αργότερο, στην ηλικία των 40 ετών.
Σε περίπτωση διάγνωσης καρκίνου του ενδομητρίου διενεργείται έλεγχος για την διάγνωση του συνδρόμου Lynch;
Σε περίπτωση διάγνωσης καρκίνου του ενδομητρίου διενεργείται μοριακός έλεγχος συμπεριλαμβανομένου και του συνδρόμου Lynch, καθώς το μοριακό προφίλ του όγκου παίζει σημαντικό ρόλο στην επιλογή της επικουρικής θεραπείας (ανοσοθεραπεία).
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του κληρονομικού καρκίνου του ενδομητρίου;
Ο κληρονομικός καρκίνος του ενδομητρίου αποτελεί το 2% - 5% όλων των περιπτώσεων καρκίνου του ενδομητρίου. Εμφανίζεται σε μικρότερη ηλικία και σε ορισμένες περιπτώσεις πριν τα 40 έτη. Δεν σχετίζεται με χειρότερη πρόγνωση.
Γενετική προδιάθεση για καρκίνο Ωοθηκών/Σαλπίγγων
Τι είναι τα γονίδια BRCA1 και BRCA2;
Τα BRCA1 και BRCA2 είναι ογκοκατασταλτικά γονίδια τα οποία συμμετέχουν στην επιδιόρθωση βλαβών του DNA. Ωστόσο, λόγω διαφόρων μεταλλάξεων που μπορεί να εμφανίζονται στα γονίδια αυτά, η φυσιολογική τους λειτουργία τροποποιείται, με αποτέλεσμα να συνδέονται με κίνδυνο εμφάνισης κυρίως καρκίνου του μαστού κα καρκίνο των ωοθηκών, καθώς και με άλλους τύπους καρκίνου.
Πώς κληρονομούνται οι μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2;
Οι παθογόνες μεταλλάξεις στα γονίδια αυτά κληρονομούνται με τον αυτοσωματικό επικρατούντα χαρακτήρα. Δηλαδή, εάν ο ένας από τους δύο γονείς φέρει αυτήν την αλλαγή, ο απόγονος έχει 50% πιθανότητα να την κληρονομήσει. Η μετάλλαξη αυτή μπορεί να κληρονομηθεί είτε από τον πατέρα ή από την μητέρα.
Για ποιο λόγο χρησιμοποιείται η γενετική εξέταση BRCA;
Η γενετική εξέταση BRCA χρησιμοποιείται για να αναλυθούν τα γονίδια BRCA1 και BRCA2 για πιθανές επιβλαβείς μεταλλαγές που μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο συγκεκριμένων καρκίνων. Στις γυναίκες, οι μεταλλαγές στα γονίδια BRCA μπορούν να αυξήσουν τις πιθανότητες για:
-
Καρκίνο του μαστού
-
Καρκίνο του παγκρέατος
-
Μελάνωμα
Ποια είναι η πιθανότητα καρκίνου του μαστού και ωοθηκών σε περίπτωση μεταλλάξεων των BRCA1 και BRCA2;
Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του μαστού είναι 72% με μία BRCA1 μετάλλαξη και 69% με μία BRCA2 μετάλλαξη. Συγκριτικά, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών είναι 44% με μία BRCA1 μετάλλαξη και 17% με μία BRCA2 μετάλλαξη.
Ποιες γυναίκες πρέπει να υποβληθούν σε γενετικό έλεγχο για μεταλλάξεις των γονιδίων BRCA1 και BRCA2;
Η γενετική συμβουλευτική και ο αντίστοιχος έλεγχος και η γενετική συμβουλευτική συνιστώνται στις γυναίκες που τηρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
-
Δύο συγγενείς α’ βαθμού (μητέρα, κόρη ή αδελφή) που έχουν διαγνωσθεί με καρκίνο του μαστού, η μία εκ των οποίων όμως διαγνώστηκε σε ηλικία 50 ετών ή νεότερη
-
Τρεις ή περισσότεροι συγγενείς α’ ή β’ βαθμού (γιαγιά ή θεία) που έχουν διαγνωσθεί με καρκίνο του μαστού, ανεξάρτητα από την ηλικία τους κατά τη διάγνωση
-
Πρώτου ή δευτέρου βαθμού συγγενής που έχει διαγνωσθεί με καρκίνο του μαστού και καρκίνο ωοθηκών
-
Δύο ή περισσότεροι συγγενείς πρώτου και δευτέρου βαθμού οι οποίοι έχουν διαγνωσθεί με καρκίνο ωοθηκών, ανεξάρτητα από την ηλικία κατά τη διάγνωση
-
Μία συγγενής με καρκίνο μαστού και μία με καρκίνο ωοθηκών
-
Μία συγγενής που διαγνώστηκε με καρκίνο μαστού πριν τα 36 της
-
Ένας συγγενής α’ βαθμού που έχει διαγνωστεί με καρκίνο και στους δύο μαστούς (αμφοτερόπλευρος καρκίνος του μαστού)
-
Καρκίνος του μαστού σε άντρα συγγενή
-
Γνωστή BRCA μετάλλαξη
Πώς πρέπει να ελέγχονται οι γυναίκες με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 στα πλαίσια της πρόληψης του καρκίνου των ωοθηκών;
Oι γυναίκες με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 πρέπει να υποβάλλονται σε κλινική εξέταση, μέτρηση του καρκινικού δείκτη CA-125 στο αίμα και υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων κάθε 6 μήνες. Ο παραπάνω έλεγχος, συνήθως, ξεκινά στην ηλικία των 30 ετών.
Ποια είναι η προφυλακτική θεραπεία των γυναικών με μεταλλάξεις των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 και πότε πρέπει να γίνεται;
Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος πρόληψης του καρκίνου των ωοθηκών σε γυναίκες με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 είναι η λαπαροσκοπική αφαίρεση των ωοθηκών και των σαλπίγγων. Η επέμβαση πρέπει να πραγματοποιείται όταν έχει ολοκληρωθεί ο οικογενειακός προγραμματισμός, ή, το αργότερο, στην ηλικία των 35-40 ετών. Υπάρχει η δυνατότητα αφαίρεσης των σαλπίγγων στην ηλικία των 35 ετών και η αφαίρεση των ωοθηκών σε δεύτερο χρόνο στην ηλικία των 40 ετών.
Πόσο ελαττώνεται η πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου μετά την διενέργεια προφυλακτικής αμφοτερόπλευρης εξαρτηματεκτομής;
Η προφυλακτική αμφοτερόπλευρη εξαρτηματεκτομή μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών-σαλπίγγων κατά 80-90% και του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά 50-60%. Παρόλα αυτά παραμένει μια μικρή πιθανότητα (2% - 4%) μελλοντικής εμφάνισης πρωτοπαθούς καρκίνου του περιτοναίου. Η παρακολούθηση μετά το προφυλακτικό χειρουργείο περιλαμβάνει την ετήσια κλινική εξέταση και μέτρηση των επιπέδων CA-125 στο αίμα.
Υπάρχουν μεταλλάξεις σε άλλα γονίδια που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών-σαλπίγγων;
Το PALB2 είναι ένα ογκοκατασταλτικό γονίδιο το οποίο παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στους μηχανισμούς επιδιόρθωσης του γενετικού υλικού, αλληλοεπιδρώντας με την πρωτεΐνη BRCA2. Φορείς παθογόνου μετάλλαξης του γονιδίου PALB2 έχουν αυξημένες πιθανότητες καρκίνου μαστού (44% - 63%), ωοθηκών-σαλπίγγων (2%-10%) σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Δεδομένου ότι η πιθανότητα για ανάπτυξη καρκίνου των ωοθηκών-σαλπίγγων είναι εξαιρετικά χαμηλή πριν την ηλικία των 50 ετών, η προφυλακτική αμφοτερόπλευρη εξαρτηματεκτομή δεν θα πρέπει να διενεργείται πριν από αυτή την ηλικία εκτός αν υπάρχει ισχυρό οικογενειακό ιστορικό.